Εκτός των γηπέδων η οπαδική βία: Η εισήγηση του αθλητικού εισαγγελέα Απόστολου Γραμμένου- Ακούστε το podcast

Νύχτα 24 προς 25 Ιουνίου, πλατεία Αγίας Ελεούσας στην Καλλιθέα. Ένας 15χρονος πέφτει νεκρός μετά από κτύπημα με μαχαίρι στην καρδιά από 17χρονο, σε μια συμπλοκή που είχε και οπαδικά κίνητρα. Στο επεισόδιο ενεπλάκησαν έως και 17 άτομα, η αστυνομία προέβη σε εφτά συλλήψεις.

1η Ιουλίου Μαντούδι, βόρεια Εύβοια. Οπαδοί αντίπαλης ομάδας επιτέθηκαν σε κατοίκους, μεταξύ αυτών οικογένεια με ανήλικα παιδιά, που είχαν πάρει μέρος σε εκδήλωση με το τρόπαιο της πρωταθλήτριας ΑΕΚ. Η ΕΛΑΣ προχώρησε σε τέσσερις συλλήψεις. Δύο εκ των συλληφθέντων περιλαμβάνονται μεταξύ των κατηγορουμένων στην υπόθεση της δολοφονίας του αστυνομικού Γιώργου Λυγγερίδη.  

2 Ιουλίου, Αθήνα. Δέκα οργανωμένοι οπαδοί μεγάλης ΠΑΕ της Αθήνας συνελήφθησαν με κατηγορίες για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης. Η δίωξη αφορά οκτώ αδικήματα σε βαθμό κακουργήματος, από κατοχή και κατασκευή εκρηκτικών, συμπλοκή και βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη κατά συναυτουργία, ληστεία και εμπρησμό, έως διακίνηση ναρκωτικών, οπλοφορία-οπλοχρησία. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η οργανωμένη εγκληματική ομάδα (στην οποία συμμετείχαν κι άλλα άτομα) ξεκίνησε την παράνομη δραστηριότητα της από τον Αύγουστο του 2025 και με επιθέσεις σε οπαδούς άλλων ομάδων με εκρηκτικά μέσα.

3 Ιουλίου, Θεσσαλονίκη. Στη σύλληψη 20 ατόμων προχώρησε η αστυνομία στη Θεσσαλονίκη, με τους 15 να φέρονται ως μέλη εγκληματικής οργάνωσης, η οποία συνδέεται με οργανωμένους οπαδούς ΠΑΕ της Θεσσαλονίκης. Το κατηγορητήριο αναφέρει επιθέσεις σε βάρος οπαδών αντίπαλων ομάδων, βίαια επεισόδια και διακίνηση ναρκωτικών. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται συνολικά 51 άτομα. Μετά από ανάλυση ψηφιακών δεδομένων προέκυψε εμπλοκή μελών της ομάδας σε 46 περιστατικά οπαδικής βίας που δεν είχαν καταγγελθεί. Στη δικογραφία περιλαμβάνεται επίσης και η υπόθεση της υπόθαλψης του 23χρονου που κατηγορείται για τη δολοφονία του 20χρονου Κλεομένη, τον περασμένο Μάρτιο στην Καλαμαριά. Ο 23χρονος διώκεται ως μέλος της εγκληματικής οργάνωσης.

Ο κατάλογος είναι βαρύς. Οι επιθέσεις που καταγράφονται εδώ έχουν οπαδικό χρώμα και οπαδικό υπόβαθρο, αλλά δεν έχουν συμβεί σε αθλητικούς χώρους, σε γήπεδα. Η οπαδική βία έχει βγει από τα γήπεδα σε δρόμους, πλατείες και γειτονιές, έχει αναμιχθεί και συνδυαστεί με άλλες μορφές παράνομης και εγκληματικής δράσης, καθώς και τη διάχυτη κοινωνική βία.

Πλευρές της εικόνας που διαμορφώνεται γύρω από την οπαδική βία φώτισε η εισήγηση του εισαγγελέα Πρωτοδικών και αθλητικού εισαγγελέα Απόστολου Γραμμένου με θέμα «Η ποινική αντιμετώπιση της αθλητικής βίας μετά τον νόμο 5085/2024. Νομολογιακή προσέγγιση και πρακτική εφαρμογή», στο ετήσιο συνέδριο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, που διεξήχθη στην Κω.

Όπως τόνισε ο εισαγγελέας «η αθλητική βία ταλανίζει τη χώρα μας εδώ και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Παρά τις επανειλημμένες νομοθετικές παρεμβάσεις και τα μέτρα που λαμβάνονται δεν έχει καταστεί δυνατή η οριστική αντιμετώπιση του φαινομένου. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, νέοι άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους είτε συμμετέχοντας σε προσχεδιασμένες συγκρούσεις μεταξύ αντίπαλων οπαδών, τα γνωστά ‘’ραντεβού θανάτου’’, είτε επειδή βρέθηκαν τυχαία στο επίκεντρο βίαιων επεισοδίων, στο λάθος μέρος και τη λάθος στιγμή». Η έκταση του φαινομένου είναι ευρύτατη. Μόνο στην Αθήνα, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, τέθηκαν στο αρχείο 67 δικογραφίες με αδικήματα οπαδικής βίας, καθώς δεν μπορούσαν να εντοπιστούν οι δράστες! Στη Θεσσαλονίκη, μόνο σε μια υπόθεση εγκληματικής οργάνωσης οπαδών καταγράφηκαν 46 επιθέσεις που δεν είχαν καταγγελθεί!

«Σοβαρά και εκτεταμένα επεισόδια βίας που μέχρι πρότινος εκδηλώνονταν εντός των αθλητικών εγκαταστάσεων κατά τη διάρκεια αθλητικών εκδηλώσεων, ιδίως σε αγώνες υψηλής επικινδυνότητας (τα μεγάλα ποδοσφαιρικά κυρίως ντέρμπι) […] σήμερα εμφανίζονται σαφώς περιορισμένα», σημείωσε ο έμπειρος δικαστικός λειτουργός, αποδίδοντας την εξέλιξη αυτή σε σημαντικό βαθμό «αφενός στο αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο του Ν. 2725/1999, όπως έχει επανειλημμένα τροποποιηθεί και ενισχυθεί, και αφετέρου στην αποφασιστική ποινική αντιμετώπιση σοβαρών περιστατικών οπαδικής βίας τα τελευταία χρόνια».

Ωστόσο, η σχετική ύφεση των περιστατικών βίας εντός των γηπέδων «δεν συνεπάγεται και συνολική υποχώρηση του φαινομένου. Αντιθέτως, παρατηρείται μια σαφής μετατόπισή του εκτός των γηπέδων και των χώρων διεξαγωγής αθλητικών εκδηλώσεων. Η αθλητική και οπαδική βία έχει πλέον μεταφερθεί στις γειτονιές, στους δρόμους, στις πλατείες. Εκεί καταγράφονται συχνά περιστατικά ομαδικών ξυλοδαρμών, επιθέσεων με μαχαίρια, ένοπλων απειλών και άλλων σοβαρών εγκληματικών πράξεων, οι οποίες διατηρούν ως κοινό παρονομαστή την οπαδική αντιπαλότητα».

Επιπλέον, ο κ. Γραμμένος σημειώνει πως «ένα ακόμη ιδιαίτερα σημαντικό χαρακτηριστικό της τελευταίας τουλάχιστον πενταετίας είναι η διαπίστωση ότι περιστατικά αθλητικής βίας δεν περιορίζονται πλέον στο ποδόσφαιρο, αλλά εκδηλώνονται και σε άλλα ομαδικά αθλήματα», όπως το μπάσκετ, το βόλεϊ, το πόλο και το χαντ-μπολ. Επισημαίνει ακόμα πως τα σχετικά επεισόδια «καταγράφονται σε αναμετρήσεις ελάσσονος αγωνιστικής σημασίας, γεγονός που καταδεικνύει ότι η βία δεν συνδέεται πάντοτε με τη σπουδαιότητα του αγώνα, αλλά συχνά έχει βαθύτερες οπαδικές ή κοινωνικές διεργασίες». Η βία που εκδηλώνεται δηλαδή δεν προκαλείται από κάτι που έγινε στον αγώνα, αλλά από αιτίες και λόγους που προϋπάρχουν.

Όσον αφορά τον αριθμό των περιστατικών οπαδικής βίας αυτός, σύμφωνα με τον κ. Γραμμένο, είναι μεγαλύτερος των επίσημων στατιστικών καταγραφών, καθώς πολλά θύματα «διστάζουν να καταγγείλουν τις σε βάρος τους αξιόποινες πράξεις. Ο φόβος αντιποίνων, η ανησυχία για περαιτέρω στοχοποίηση, αλλά και η επιβάρυνση που συνεπάγεται η μακρά και συχνά ψυχοφθόρα ποινική διαδικασία λειτουργούν αποτρεπτικά». Ως εκ τούτου, σημαντικός αριθμός περιστατικών παραμένει αδήλωτος.

Με ιδιαίτερη ανησυχία αναφέρθηκε ο αθλητικός εισαγγελέας στη διαπίστωση πως υπάρχει διασύνδεση της αθλητικής βίας με τη δράση οργανωμένων εγκληματικών ομάδων ή προσώπων με καθαρά εγκληματική δραστηριότητα. «Υπό το πρόσχημα της αφοσίωσης σε έναν αθλητικό σύλλογο, κοινά εγκληματικά στοιχεία βρίσκουν πρόσφορο έδαφος να ενσωματωθούν στις οργανωμένες οπαδικές μάζες, για την τέλεση αξιόποινων πράξεων», σημείωσε.

Κι επισήμανε ακόμα ένα πολύ ανησυχητικό φαινόμενο δηλαδή την «ολοένα και μεγαλύτερη σύγκλιση μεταξύ της βίας που εκδηλώνεται από ομάδες ανηλίκων και της οπαδικής βίας», ειδικά τα τελευταία χρόνια. Ο κ. Γραμμένος μίλησε για «κοινά χαρακτηριστικά» των «δύο αυτών μορφών παραβατικότητας», που συχνά αλληλεπικαλύπτονται, κάτι που φαίνεται και στον μέσο όρο της ηλικίας των δραστών οπαδικών επεισοδίων, ο οποίος έχει μειωθεί σημαντικά.

«Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αναδεικνύονται κατά τη διερεύνηση των αδικημάτων αθλητικής βίας είναι η δυσχέρεια ταυτοποίησης των δραστών. Ως αποτέλεσμα, ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός σχετικών δικογραφιών τίθεται στο αρχείο αγνώστων δραστών, γεγονός που υπονομεύει την αποτελεσματικότητα της ποινικής καταστολής και αποδυναμώνει το αίσθημα δικαίου στην κοινωνία», σημείωσε ο εισαγγελέας στην εισήγησή του. Μάλιστα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, από τον Ιανουάριο 2025 έως 18.6.2026 έχουν τεθεί στο αρχείο αγνώστων δραστών 67 δικογραφίες για αδικήματα οπαδικής βίας. Για το λόγο αυτό, ο εισηγητής υπογράμμισε την ανάγκη πλήρους αξιοποίησης των δυνατοτήτων που προσφέρουν τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα.

Η νομική φαρέτρα αντιμετώπισης της αθλητικής βίας περιλαμβάνει ένα ειδικό νομοθετικό πλαίσιο, με βάση τον Ν. 2725/1999 για τον ερασιτεχνικό και επαγγελματικό αθλητισμό. Ακολούθησαν συνεχείς νομοθετικές παρεμβάσεις για να διαμορφωθεί ένα «αυστηρότερο και αποτελεσματικότερο πλαίσιο αντιμετώπισης της οπαδικής βίας», όπως με τον Ν. 5085/2024. Εισήχθησαν αυστηρότερα μέτρα ελέγχου και ταυτοποίησης των φιλάθλων, ενισχύθηκε ο ρόλος της Διαρκούς Επιτροπής Αντιμετώπισης της Βίας, αναμορφώθηκε το καθεστώς λειτουργίας των λεσχών φιλάθλων και θεσπίστηκαν εκτεταμένες υποχρεώσεις ηλεκτρονικής εποπτείας των αθλητικών εγκαταστάσεων μέσω συστημάτων καμερών και ελέγχου πρόσβασης.

Η αυστηροποίηση αφορά και την ποινική μεταχείριση των δραστών, που σε περίπτωση καταδίκης για πράξεις αθλητικής βίας τούς επιβάλλεται υποχρεωτικά απαγόρευση προσέλευσης και παρακολούθησης αθλητικών εκδηλώσεων για δύο έως πέντε χρόνια. Επίσης, ενώ ο νόμος αποκλείει τη μετατροπή της ποινής στέρησης της ελευθερίας σε χρηματική ποινή ή κοινωφελή εργασία, καθώς και την αναστολή εκτέλεσής της. Ωστόσο, ο κ. Γραμμένος σημείωσε πως «από τον νομικό κόσμο της χώρας έχουν εκφραστεί έντονες αντιδράσεις για την άκρα αυστηροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, υποστηρίζοντας πως δεν είναι αυτή η λύση για την αντιμετώπιση του φαινομένου της οπαδικής βίας».

Λαμβάνοντας υπόψη τη διεύρυνση του χώρου και του χρόνου τέλεσης αδικημάτων αθλητικής βίας, πολύ μακριά από τα γήπεδα ή σε άσχετες ημερομηνίες με τους αγώνες, το ειδικό νομοθετικό πλαίσιο εκτιμά και αντιμετωπίζει και πράξεις που παρουσιάζουν «σαφή αθλητική αναφορά και αθλητικό υπόβαθρο, καθώς αποτελούν εκδήλωση της αντιπαλότητας μεταξύ οργανωμένων ή μη οπαδών διαφορετικών αθλητικών ομάδων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι προσχεδιασμένες συναντήσεις («ραντεβού») αντίπαλων οπαδών σε πλατείες ή άλλους δημόσιους χώρους, σε χρόνο εντελώς ανεξάρτητο από τη διεξαγωγή κάποιου αγώνα».

Ιδιαίτερη μνεία είχε στην εισήγησή του ο κ. Γραμμένος για την εμπλοκή των συνδέσμων των ομάδων σε παραβατικές συμπεριφορές. «Κατά την διάρκεια ερευνών που έχουν πραγματοποιηθεί κατά καιρούς σε διάφορες λέσχες οπαδών/συνδέσμους, εκ των οποίων κάποιοι λειτουργούσαν χωρίς άδεια, βρέθηκαν εντός αυτών και κατασχέθηκαν όπλα, κροτίδες και φωτοβολίδες. Εξάλλου, ένα από τα βασικά ζητήματα που ανακύπτουν στην πράξη είναι ότι ορισμένες λέσχες φιλάθλων φέρονται να λειτουργούν κεκαλυμμένα υπό τον μανδύα άλλων νομικών μορφωμάτων, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η αποτελεσματική εποπτεία και ο έλεγχος της δραστηριότητάς τους Οι λέσχες φιλάθλων δεν νοείται να λειτουργούν ως φυτώρια εγκληματικότητας», υπογράμμισε. Ο νόμος προβλέπει πως πρέπει να υπάρχει μόνο μια λέσχη φιλάθλων σε κάθε ομάδα, η οποία πρέπει να λειτουργεί με τη συναίνεση της ΠΑΕ και να έχει καταστατική έδρα στην έδρα της ΠΑΕ. Ταυτόχρονα, υπάρχουν αυστηροί όροι για να γίνει κάποιος μέλος σε λέσχη φιλάθλων και ποινές σε παραβίαση του πλαισίου λειτουργίας, με αναστολή λειτουργίας από ένα έως δώδεκα μήνες ή και αφαίρεση αδείας για τουλάχιστον δύο έτη.

Παρά την πανσπερμία κατασταλτικών μέσων ο εισαγγελέας έκλεισε την εισήγησή του τονίζοντας πως «η ουσιαστική αντιμετώπιση του φαινομένου της αθλητικής βίας απαιτεί την εμπλοκή πολλών και διαφορετικών φορέων, καθώς και ένα μίγμα πρωτοβουλιών και δράσεων που δεν περιορίζεται μόνο στην καταστολή και στη δίωξη, αλλά δίνει έμφαση και στην πρόληψη».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *